Κατηγορία ◊ Παράδοση ◊

16/11/2013
 

 

 

http://www.perista.net/Bl_W_17_Th.jpg

Ο αγωγιατισμός ήταν ένας πολυσήμαντος κλάδος της οικονομίας στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η όποια ύπαρξη και ανάπτυξη του εμπορίου στην Περίστα βασιζόταν στις μεταφορές που εξασφαλίζονταν απο τα καραβάνια. Απήχηση των μεγάλων καμιά φορά ταξιδιών των καραβανιών είναι το τραγούδι του Ηπειρώτη Ρόβα:

   Ο Ρόβας εξεκίνησε μες στη Βλαχιά να πάει.
Νύχτα σελώνει τ’ άλογο νύχτα το καλιβώνει.
Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια…

   Σ’ όλη τη διαδρομή της ιστορίας της, μέχρι και το Μάρτη του 1957 που το αυτοκίνητο έφτασε στους Αγίους Αποστόλους, οι Περιστιάνοι κουβαλούσαν τις προμήθειές τους απο τα κοντινότερα αστικά κέντρα Θέρμο και Ναύπακτο με τα υπομονετικά, ανθεκτικά μουλάρια που μπορούσαν να βαδίζουν με σιγουριά στις κακοτοπιές και να σηκόνουν άνετα το όχι ευκαταφρόνητο βάρος των 75 οκάδων.

Οι αγωγιάτες αποτελούσαν ιδιαίτερη επαγγελματική τάξη. Ο καθένας από αυτούς έτρεφε στο σταύλο του ένα έως δύο μουλάρια καί τα περιποιόταν πολύ, γιατί απ’ αυτά εξαρτώταν το ψωμί της φαμελιάς του. Εκτός απο τους επαγγελματίες αγωγιάτες, υπήρχαν και οι ευκαιριακοί που με το δικό τους ή δανεικό για μιά διαδρομή με επάνοδο ζώο, ακολουθούσαν το μεγάλο καραβάνι, να φέρουν στο σπίτι τις δικές τους προμήθειες.

Κορίτσια και αγόρια, πάνω στον πρωτανθό της ηλικίας τους, μαζί πολλές φορές και με μεσήλικες, σηκώνονταν τέσσερες ώρες νύχτα από την Περίστα και με πανσέληνο ή τα φανάρια τους (του λαδιού ή ηλεκτρικά), ξημερώνονταν στην πόλη. Ξεπέζευαν στο χάνι, έκαναν τις προμήθειες τους κι έπαιρναν πάλι το δρόμο του γυρισμού.

Στις ολονύχτιες αυτές πορείες αχολογούσαν τα καμπανιστά κύπρια τα κρεμασμένα στούς λαιμούς των ζώων, το καθένα με τη δική του ποιότητα ήχου. Αχολογούσε όμως και το τραγούδι απο τα ξέγνοιαστα νιάτα. Απο την Περίστα μέχρι το Θέρμο, σ’ όλη αυτή τη διαδρομή των έξι ωρών, ακούγονταν τα πιό ωραία τραγούδια για τους καημούς κυρίως της αγάπης και της ξενιτιάς. Αφησαν όνομα που κρατεί ακόμα μέχρι σήμερα, οι κεφάτες αυτές παρέες της ξεγνοιασάς και της λεβεντιάς. Στη Βάλτσα (Κάτω Χρυσοβίτσα) που διαρκώς την αναστάτωναν τα νυχτάτικα τραγούδια της ασυγκράτητης νεολαίας, αναρωτιούνταν : «Απο που έρχεται όλο αυτό το συνεχούμενο κέφι των Περιστιάνων; Δεν έχουν σκοτούρες στο χωριό αυτό; Δεν έχουν πένθη; ΄Η μπας κι ο χάρος στην Περίστα είναι άσπρος;».

Ο χάρος βέβαια και στην Περίστα είναι μαύρος, όπως κι αλλού, μα οι Περιστιάνοι έχουν συμφιλιωθεί μαζί του και τον γνωρίζουν σαν ένα απλό φυσικό φαινόμενο που δεν έχει σοβαρές μεταφυσικές προεκτάσεις και δε μπορεί σε καμιά περίπτωση να κόψει την πορεία του ρεύματος της ζωής.

Πόσα ειδύλλια δεν πλέχτηκαν στις πορείες αυτές και πόσες ιστορίες αληθινές ή του μυαλού γεννήματα δεν ακούγονται μέχρι σημερα. Μια απ’ αυτές, αληθινή πέρα για πέρα, μας λέει για ενα ζευγάρι που έμενε συχνά πίσω απο το καραβάνι αρχίζοντας τις γλυκιές εργολαβίες του έρωτα. Ωσπου κάποτε στο σκοτάδι, κοντά στο Βαλτσόρεμα, γλίστρισε ο ερωτευμένος και παίρνει μια κατρακύλα σε μιά σάρα που τον έβγαλε στο ποτάμι, το Φίδαρη. Για καλή του τύχη, το μέρος που βρέθηκε μετά την πτώση του ήταν αμμοδιά, αφού το νερό του ποταμού εκείνη τη χρονιά κυλούσε απο την άλλη όχθη. Έτσι γλίτωσε ο καλός μας το γκρεμό, για να πάει από…γάμο με την εκλεκτή της καρδιάς του.

Αυτές κι άλλες πολλές περιπέτειες είχαν τα νιάτα της ηρωΐκής εποχής των αγωγιατών και του μουλαριού. Τώρα, μουλάρι δε’ βλογάει στην Περιστα ούτε γιά δείγμα. Κι όχι μονο στην Περιστα, ολα τα ορεινά χωριά τον αρνήθηκαν πολύ άσπλαχνα το γκαρδιακό τους φίλο, το μουλάρι. Κατι γαϊδουρακια τώρα διαπραγματεύονται στα παζάρια, που είναι οικονομικά και εξυπηρετούν το χωρικό στις μικροαγροτικές του απασχολήσεις. Αλλά στην Περίστα ούτε απ’ αυτά υπάρχουν!!!

Θα σαμαρώσω τον ψαρή κι εσύ τον αραπάκι
και θα γενούμε ταιριαστοί τα δυό μας αγωγιάτες.
Στο Θέρμο θα πηγαίνουμε ν’ από το Διασελάκι
και θάναι μέλι-ζάχαρη οι αλαργινές μας στράτες.

Ας βγάνει ο κόσμος σύλλογα κι ας λένε με μανία,
εμείς θα τον σπουδάζουμε τον έρωτά μας μ’ έννοια.
Στρώσε στο μουλαράκι σου κόκκινη μαντανία.
Μες τις πολλές κατηγοριές θα ειπούν και καμιά παίνια
Θ. Ν. Παπαθανασόπουλος

Το δίκαιο των αγωγιατών

Η Πατρίδα μας πλούσια καθώς είναι σε κακοτοπιές και λογής άβατα κριτσάπια φυσικό ήταν να μην αποκτήσει από νωρίς ένα ανεκτό κάπως συγκοινωνιακό δίκτυο. Οι πρώτες οδικές αρτηρίες δημιουργήθηκαν στις λιγοστές και μικρής έκτασης πεδιάδες μας και για πολλά χρόνια εξυπηρετούσαν μόνο τους πεδινούς πληθυσμούς, ενώ οι ορεινοί σκαρφαλωμένοι στ΄ απρόσιτα βουνά τους και ξεκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο δημιούργησαν μέσα στην παράξενη φυσική τους αυτονομία έναν πρωτότυπο λαϊκό πολιτισμό. ΄  Ετσι η έμπνευσή τους κρατήθηκε ανόθευτη από ξενικές επιδράσεις και μας έδωσαν θαυμαστά δείγματα λαϊκής τέχνης.
Αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις (πανηγύργια, ξυλογλυπτική, ενδύματα, υφαντική, δημοτική μουσική, ποίηση κ.λπ),ερχόμαστε να ιδούμε μια ενδιαφέρουσα επαγγελματική τάξη ανθρώπων του βουνού, τους αγωγιάτες, που η μελέτη των όρων της δουλειάς τους μας οδηγεί στην εξακρίβωση κι άλλων στοιχείων σχετικών με το εθιμικό δίκαιο που κανονίζει τις σχέσεις των ανθρώπων του βουνού. Κάθε αυτόνομος πολιτισμός έχει την ιδιομορφία του. Κι αυτή η ομοιομορφία φτάνει να χαρακτηρίζει και τις διάφορες επί μέρους εκφάνσεις του. Ιδιομορφία λοιπόν στο δημοτικό τραγούδι, ιδιομορφία και στο λαϊκό δίκαιο.
Πολλοί απ΄ τους θεσμούς του λαϊκού δικαίου έχουν τις ρίζες τους στο Βυζάντιο ή κι ακόμη βαθύτερα ως τη ρωμαϊκή περίοδο. Έτσι σ΄ ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογραφείου Κραβάρων, από το έτος 1837, βλέπουμε κάποιον απονήρευτο ορεινό να συγχωρεί το φονιά της κόρης του, μη γνωρίζοντας τις νέες κατευθύνσεις του ποινικού δικαίου τις σχετικές με την αυτεπάγγελτη δίωξη που καθιερώθηκαν για πρώτη φορά κι αναγνωρίστηκαν από τη συνέλευση της Επιδαύρου. Ριζωμένη καθώς ήταν μέσα του η βυζαντινορωμαϊκή παράδοση, νόμιζε πως ο νόμος δεν είχε την ικανότητα να κινηθεί χωρίς τη συγκατάθεσή του.
Εδώ όμως θα μας απασχολήσουν οι αγωγιάτες και το ενδιαφέρον εθιμικό δίκαιο που διέπει τις σχέσεις τους με τους ορεινούς εμπόρους. Καί πρώτα ποιούς λένε αγωγιάτες. Έτσι ονομάζουν τους χωρικούς που με δικό τους ή ξένο ζώο μεταφέρουν τα εμπορεύματα των βουνίσιων εμπόρων από τα αστικά κέντρα προς τα ορεινά χωριά. Οι βουνίσιοι δρόμοι κλείνουν το χειμώνα από τα πολλά ατελεύτητα χιόνια ή κόβονται από τις συχνές πλημμύρες. και οι αγωγιάτες πάντα πρόθυμοι και πάντα ακούραστοι κατεβαίνουν ως την πόλη για να φέρουν τροφές στους συγχωριανούς τους και κέρδητα στους εμπόρους.
Λέγοντας αγώγι εννούμε δύο πράγματα, το φορτίο και την αμοιβή. Να δυο φραστικά παραδείγματα: Τι αγώγι θα φέρεις; (δηλ. τι είδος φορτίου). Και πόσο αγώγι θα πάρεις; (πόση αμοιβή). Ανάμεσα στο χωριάτη έμπορο και στον αγωγιάτη γίνεται κάποια σιωπηρή, όμως επίσημη συμφωνία.

Ο έμπορος έχει σαν βασική υποχρέωση να πληρώσει το καθορισμένο αγώγι στον αγωγιάτη. Ο δεύτερος έχει βαρύτερες υποχρεώσεις με πολύ περιορισμένα δικαιώματα.
Ας δούμε μια από τις πολλές πορείες του αγωγιάτη για το κοντινό στο χωριό του αστικό κέντρο. Ξεκινάει χαράματα παίρνοντας μαζί του τις απαραίτητες τριχιές για το δέσιμο του φορτίου και μερικά τσουβάλια για την ισόβαρη κατανομή του. Φτάνοντας στον έμπορο της πόλης πηγαίνει στην αποθήκη του να παραλάβει το εμπόρευμα. Μπορεί να το συσκευάσει αυτός όπως νομίζει, αν συσκευάζεται. Έτσι θα ταιρομεριάσει το φορτίο και το ζώο θα μεταφέρει ίσο βάρος στην κάθε πλευρά του.
Η ζημιά που θα πάθει το εμπόρευμα αφότου παραδοθεί από τον έμπορο της πόλης μέχρι που να φτάσει στον προορισμό του βαρύνει πάντα τον αγωγιάτη. Οι αγωγιάτες φροντίζουν να έχουν μαζί τους αδιάβροχα, λάμπες θυέλλης και αρκετές σαμαροκαναβιδιές. Επίσης οι πιο πολλοί έχουν και βριζόμια, ειδικά δηλαδή δίχτυα για τη μεταφορά των άχυρων που μένουν μετά το αλώνισμα του σιταριού.
Πολλές φορές όμως το εμπόρευμα γίνεται αιτία να κακοπάθει το ζώο του αγωγιάτη ή και να χαθεί εντελώς. Λέγεται πως κάποτε σ΄ ένα ψήλωμα μια ξαφνική ανεμική σήκωσε το ζώο και το σύντριψε στους βράχους, γιατί έτυχε να είναι φορτωμένο με μεγάλα φύλλα σκληρού χαρτιού από εκείνο που ταβανιάζουν τα σπίτια οι χωρικοί. Στην περίπτωση αυτή ούτε ο έμπορος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για το εμπόρευμά του, ούτε ο αγωγιάτης πληρωμή για το κακό που τον βρήκε. Η αμοιβή του αγωγιάτη είναι το αγώγι του. Από το ποσό αυτό ξοδεύει για να κολατσίσει σε κανένα χάνι, κι ακόμα για ν΄ αγοράσει κριθάρι ή τριφύλλι για το ζώο του.

Μπορεί όμως να παίρνει αο΄ τους χωριανούς του διάφορες μικροπαραγγελίες για τις οποίες πληρώνεται ιδιαίτερα.
Ο αγωγιάτης φορτώνει και ξεφορτώνει μόνος του τα εμπορεύματα που παρέλαβε. Το φόρτωμα γίνεται στην αποθήκη του εμπόρου της πόλης και το ξεφόρτωμα στην πόρτα του μαγαζιού του χωριάτη μπακάλη. Ο αγωγιάτης οφείλει αποζημίωση για κάθε ζημιά σε βάρος του εμπορεύματος που θα κάνει στο φόρτωμα ή στο ξεφόρτωμα. Σαν ξεφορτώσει το εμπόρευμα στον τόπο που πρέπει δεν έχει πλέον άλλη υποχρέωση. Παραπέρα αποσχόλησή του από τον έμπορο του χωριού πληρώνεται ιδιαίτερα. Το αγώγι σπάνια προκαταβάλλεται. Συνήθως δίνεται στον αγωγιάτη σαν τελειώσει το ξεφόρτωμα.

                                              

Θανάσης Ν. Παπαθανασόπουλος -ΠΕΡΙΣΤΑ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ Ιστορικά – Λαογραφικά 1998

 

                                                

 

Βιογραφικό Ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος (Περίστα Ναυπακτίας, 1937), ποιητής και πεζογράφος, έχει τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1990 για το επικό του ποίημα «Διγενής Ακρίτας» (25.000 δεκαπεντασύλλαβοι, Αθήνα, 1990) και πρόσφατα ολοκλήρωσε τη δημοσίευση των λυρικών του απάντων σε πέντε τόμους με τον γενικό τίτλο «Ποιήματα» (τόμοι Α΄-Ε΄, Αθήνα, 1987-2007). Στο χώρο της πεζογραφίας τιμήθηκε το 1991 με το κρατικό βραβείο για τη μυθιστορία του «Η πλατεία» (χρονικό 1940-1957, Αθήνα, 1991). Το 1996 έλαβε το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για την ποιητική τους συλλογή «Ο ίσκιος του απολύτου» (Αθήνα, 1996). Το 1997 η Εταιρεία Χριστιανικών Γραμμάτων βράβευσε την ποιητική του συλλογή «Ρουμελιώτικα» (β΄ σειρά, Αθήνα, 1997). Το 2000 έλαβε το βραβείο Καζαντζάκη από το δήμο Ηρακλείου Κρήτης για τα δοκίμιά του περί Καζαντζάκη. Το 2005, ο φιλολογικός σύλλογος Παρνασσός βράβευσε με το πρώτο βραβείο του θεατρικού καλοκαιρίνειου διαγωνισμού το μυθολογικό του δράμα «Μελέαργος» (Αθήνα, 2005). Άλλα έργα του στο χώρο της πεζογραφίας: «Δοκιμασία» (διηγήματα, Αθήνα, 1981), «Έγκατα» (διηγήματα, Αθήνα, 1986), «Λαοκόων και άλλα διηγήματα» (Αθήνα, 1990), «Ο αγριόχοιρος της Καλυδώνας» (μυθιστόρημα, Αθήνα, 1995), «Ο φοβερός τόπος» (χρονικό 1957-1996, Αθήνα, 1997), «Το ρόδι της Εφέσου» (μυθιστόρημα, Αθήνα, 2002), Κυνηγοί και θηράματα (διηγήματα, Αθήνα, 2002)

 

 

Πηγή: e-nafpaktia

24/09/2013

 

 

Κωνσταντίνος Ξύδης του Νάκου (1878-1953)

Συνταγματάρχης πεζικού.

 

Κατατάχτηκε στο στρατό στις 19 Νοεμβρίου 1897 και υπηρέτησε μέχρι τις 25 Ιουνίου 1935. Διακρίθηκε ως αξιωματικός στους πολέμους 1912-1913 και 1917-1923.

Ως διοικητής τάγματος το 1920  μετά από σφοδρή μάχη κατέλαβε την Προύσα και προτάθηκε για προαγωγή ΄΄ επί διακεκριμένη πράξη ΄΄ Μετά την μεταπολίτευση του Νοεμβρίου του 1920 εξορίστηκε στην ουσία, στην Καλαμάτα με άλλους Βενιζελικούς. Πέθανε στην Αθήνα το 1953 και ετάφη στο Ά νεκροταφείο Αθηνών.

Η οικογένεια Ξύδη κατάγετε  από την Σίμου Ναυπακτίας και αξίζει να σημειώσουμε οτι ανέπτυξε αξιόλογη δράση κατά την Τουρκοκρατία, την επανάσταση και τους χρόνους μετά το ΄29.

Ο εξοπλισμός του αλόγου καθώς και του ιππέα της έγχρωμης φωτογραφίας είναι αυτός με τον οποίο φωτογραφήθηκε εν ζωή ως ιππέας ο Συνταγματάρχης Ξύδης. Αξίζει να παρατηρήσουμε οτι η οικογένεια κράτησε τον εξοπλισμό σε αρίστη κατάσταση όπως τον είχε αφήσει ο Συνταγματάρχης. Μέσα στις μπότες βρήκαμε εφημερίδες της εποχής που χρησίμευαν για να κρατάνε την φόρμα τους και φυσικά σε αυτές διαβάσαμε μερικά άρθρα από εποχές που η πατρίδα έγραφε χρυσές σελίδες στην παγκόσμια ιστορία  χάρη σε ανθρώπους που γαλουχήθηκαν με αξίες και αυταπάρνηση για την πατρίδα. 

 

17/03/2011

Το φίμωτρο των αλόγων ήταν μια συρμάτινη πολύ γερή κατασκευή που έμοιαζε με πλεκτό καλάθι. Το σχήμα του ήταν αυτό της μουσούδας κάθε αλόγου για το οποίο προοριζόταν και το έδεναν στην καπιστράνα με λουριά δέρματος ή σχοινιά. 

Φίμωτρο

Κατά κύριο λόγο το φορούσαν σε άλογα που μετέφεραν καρπούς δημητριακών από το χωράφι στο αλώνι και από εκεί στις αποθήκες και αυτό για να μην ξεφύγει της προσοχής των γεωργών και το άλογο από τον καρπό που θα φάει ήταν πιθανόν ακόμα και να πεθάνει.

Κατηγορίες: Παράδοση
17/03/2011

Η κατασκευή που είναι στην φωτογραφία του κειμένου χρησίμευε για τον καθαρισμό των πελμάτων των παπουτσιών από κολλημένες λάσπες.

Καθαριστής πελμάτων

Δεν έλειπε από κανένα σπίτι και κανένα στάβλο κάποιες εποχές.  Ήταν τοποθετημένο στο δάπεδο από την κυρία είσοδο σχεδόν κάθε κτίσματος , δεξιά ή αριστερά ανάλογα το χώρο που υπήρχε διαθέσιμος.

Κατηγορίες: Παράδοση
17/03/2011

Το ξυστρί ήταν η <<σπάτουλα>> της εποχής που χρησίμευε για να καθαρίζουν το αλέτρι ή την μηχανή κατά την διάρκεια του οργώματος αλλά και στο τέλος κάθε εργασίας .  Κάποιες φορές και σε κάποια σημεία το χωράφι κρατούσε πιο πολύ νερό και το χώμα κολλούσε πάνω στο εργαλείο με αποτέλεσμα να είναι πολύ πιο δύσκολη η δουλειά για το άλογο (μεγαλύτερη αντίσταση) αλλά δεν γύριζε και καλά το χωράφι.

Ξυστρί

Το ξυστρί ήταν στερεωμένο στο άκρο ενός λεπτού κορμού από άγριο ξύλο στο πάχος και το μήκος περίπου του κονταριού της σκούπας.  Στο άλλο άκρο όσοι είχαν ατίθασα ζώα συνήθιζαν να δένουν μια λεπτή και μακριά λουρίδα δέρματος που χρησίμευε σαν καμουτσίκι.

Κατηγορίες: Παράδοση
07/03/2011

Το κύριο αντικείμενο που χρησιμοποιήθηκε για την έλξη μεγάλων κορμών ήταν ένα σιδερένιο τετράγωνο εργαλείο σε σχήμα Π που στα άκρα του ήταν πολύ μυτερό.

Σιδερένιο Π

Αφού έκοβαν το δένδρο που ήθελαν με το πριόνι ή το τσεκούρι , το καθάριζαν από τα κλαδιά και τέλος  κάρφωναν στο ένα άκρο του κορμού και συγκεκριμένα στο χονδρότερο σημείο του ( προς την ρίζα του)  το σίδερο. Μέσα σε αυτό περνούσαν ένα κομμάτι σχοινί ή αλυσίδα για να το δέσουν στο παλαντζέτο και να το τραβήξει το άλογο. Στην άλλη άκρη του κορμού έδεναν ένα σχοινί σκέτο ή με ένα επιπλέον σίδερο και από εκεί οδηγούσαν – μετακινούσαν τον κορμό βοηθώντας το άλογο να περάσει από βράχια ή άλλα δένδρα.

Το Πι σε κορμό δένδρου για την οδήγηση του κορμού από τον άνθρωπο.

Το εργαλείο αυτό χρησιμοποιήθηκε πάρα πολύ την εποχή που χρειάστηκε να μεταφερθούν οι ξύλινες κολώνες της  Δ.Ε.Η από τα φορτηγά της ,στην θέση τους  σε όλη την ορεινή αλλά και πεδινή Ναυπακτία και Δωρίδα.

Κατηγορίες: Παράδοση
05/03/2011

Η ανάγκη για μεταφορά άμμου στις προς κατασκευή κατοικίες ειδικά των ορεινών περιοχών ήταν τεράστια.  Το ίδιο και για κατασκευές όπως οι βάσεις στα πέλματα των σιδερένιων στήλων της Δ.Ε.Η,  οι ποτίστρες , οι δεξαμενές συγκέντρωσης βρόχινου νερού ,  και άλλες κατασκευές στην ύπαιθρο που εξυπηρετούσαν τα παραγωγικά ζώα. Στις όχθες των ποταμιών ή την παραλία μπορούσε να βρει εύκολα κάποιος άμμο λεπτόκοκκο ή το γνωστό μας αμμοχάλικο ανάλογα το υλικό που απαιτούσε η κάθε  εργασία. Τα χειροκίνητα κόσκινα έπρεπε να το κοσκινίσουν και αφού το στοίβαζαν σε μια άκρη  , ξεκινούσαν τα αδιάκοπα δρομολόγια με ένα άλογο ή περισσότερα στην σειρά  ή μουλάρια. Το κάθε ζώο είχε δύο κουτιά και το συνολικό φορτίο δεν ξεπερνούσε τα 80-100 κιλά.  Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταφοράς ήταν όταν κατασκευαζόταν η δεξαμενή και η τσιμέντινη κατασκευή συλλογής νερού στην Άνω Σεργούλα. Ολόκληρη την ημέρα από την παραλία Σεργούλας μέχρι την Άνω Σεργούλα μπορούσαν να γίνουν 3 δρομολόγια.

Το πάνω μέρος του κουτιού

 Η κατασκευή των κουτιών ήταν με σανίδια που τα επεξεργάζονταν επίσης στο χέρι. Το επάνω άνοιγμα ήταν φαρδύ και το κάτω στενό. Στο κάτω άνοιγμα έμπαινε  μια τάβλα που για μεντεσέδες είχε δέρμα που ασφαλιζόταν με σύρμα και όταν ήταν να αδειάσουν το χώμα το άνοιγαν χωρίς  να  χρειαστεί να λύσουν τα κουτιά από το σαμάρι κάθε φορά.

Εμπρός όψη

Μπορούσαν με αυτές τις κατασκευές να κουβαλήσουν και άλλα πράγματα όπως σπόρους κ.λ.π αλλά κατά κύριο λόγο κουβαλούσαν χώμα.

Στην Δωρίδα και κυρίως την πεδινή που είναι στις εκβολές του Μόρνου από την πλευρά της Φωκίδας χρησιμοποιήθηκαν κουτιά <<κασόνια>> μεγαλύτερου όγκου και χωρητικότητας. Το φορτίο ήταν καλαμπόκι κυρίως. Τα άλογα ακολουθούσαν στις γραμμές της καλαμποκιάς <<αράδες>>  τους αγρότες και εκείνοι με την σειρά τους γέμιζαν τα κασόνια με καρπό καλαμπόκι (ολόκληρο) αφού το συγκέντρωναν σε μικροποσότητες μέσα σε καλάθια πλεκτά από καλάμι και λυγαριά.  Όλη την ημέρα το στοίβαζαν στις αυλές των σπιτιών και το βράδυ με το φώς της λάμπας όλη η οικογένεια ξεχώριζε τα σπιριά καλαμποκιού από το κοτσάνι.  Αργότερα χρονικά εμφανίστηκαν οι πρώτες μηχανές και το δρομολόγιο άλλαξε. Τώρα τα πήγαιναν στο αλώνι και το άδειαζαν.  Μετά με το ίδιο μεταφορικό μέσο και τρόπο ,το μετέφεραν στις αποθήκες ή τα κατώγια και το έβαζαν σε μεγάλα ξύλινα κασόνια. Για να γίνει αυτή η μεταφορά χρησημοποιούσαν και τα είδικά φίμωτρα  για τα άλογα, που τα προστάτευε σε περίπτωση που ήθελαν να φάνε καρπό και σκάσουν.

Κατηγορίες: Παράδοση
02/03/2011

Ο στολισμός των αλόγων ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης σε ειδικές περιπτώσεις όπως γάμοι , βαπτίσεις , πανηγύρια, συμπεθεριά  και σε κάθε άλλο χαρμόσυνο γεγονός. Τα κυριότερα στολίδια για το άλογο ήταν τα περιλαίμια με πολλές σειρές από χρωματιστές χάντρες , τα γυαλισμένα κουδούνια , τα μαντήλια και τα περιλαίμια με τα μικρά καμπανάκια. Δεν έλειπαν και τα μεταλλικά μπρούτζινα διακοσμητικά που ήταν ραμμένα ή περαστά πάνω στις δερμάτινες ζώνες του αλόγου , στα επιστήθια ή πάνω στα δερμάτινα ζέματα της άμαξας. Τα σαμάρια είχαν καρφιά με πλατύ στρογγυλό κεφάλι που σε σειρές σχημάτιζαν διακοσμητικά σχέδια και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις υπήρχαν και σκαλισμένα πάνω στα ξύλα (μπροστάρι) διάφορα σχέδια. Πολλές φορές πάνω στο σαμάρι τοποθετούσαν πολύχρωμα υφαντά και τα στερέωναν με χονδρό σπάγκο για να μην μετακινούνται.

Πολύχρωμες φούντες πάνω στα ζέματα

Οι πολύχρωμες φούντες τόσο σε διάφορα σημεία του αλόγου όσο και στα κάρα ή τις άμαξες που ήταν απαραίτητες για να δώσουν και αυτές ξεχωριστό χρώμα δηλώνοντας την άλλη χρήση του αλόγου και των εργαλείων του. Όλα αυτά ακολουθούσαν το χτένισμα της χαίτης και της ουράς και το ξύστρισμα του υπόλοιπου τριχώματος του αλόγου.

Κατηγορίες: Παράδοση
01/03/2011

Η διαβασιά ήταν ένα βασικό εργαλείο για τον χειρισμό των δύστροπων αλόγων. Αποτελούνταν από ένα ξύλο στο σχήμα και στο μέγεθος όμοιο με τη λαβή του σκεπαρνιού με μια τρύπα στο ένα άκρο. Από την τρύπα περνούσαν ένα σχοινί και το έδεναν κύκλο διαμέτρου περίπου 15 εκατοστών.  Την χρησιμοποιούσαν ειδικά σε περιπτώσεις που απαιτούσαν ακινησία από το άλογο.

Διαβασιά

 Περνούσαν το πάνω χείλος του αλόγου μέσα στον σχοινένιο κύκλο και στρίβοντας το ξύλο , έσφιγγε προκαλώντας αφόρητους πόνους στο άλογο. Με αυτό τον ανορθόδοξο τρόπο μπορούσε κανείς να  απαλλάξει το ζώο από κάποιο ξύλο ή πρόκα που μπήκε στην οπλή του, να κάνει κάποια ράμματα σε κάποια πληγή ή να πεταλώσει με <<σχετική ασφάλεια>> τα πίσω πόδια του.

Κατηγορίες: Παράδοση
01/03/2011

Οι σανίδες για την μεταφορά υλικών ήταν απαραίτητες για υλικά που δεν μπορούσαν να δεθούν απευθείας στο σαμάρι. Ήταν ένα ακόμα βασικό εργαλείο της εποχής. Το μήκος τους ήταν περίπου 80 εκατοστά , με πλάτος 25 εκατοστά περίπου και πάχος περίπου 2 εκατοστά. Στερεώνονταν με την τριχιά  στο ύψος της τελευταίας παϊδας του σαμαριού. Πάνω της μετέφεραν πέτρες για τα κτίσματα της εποχής , νερό σε τενεκέδες και διάφορα άλλα υλικά. Περίπου 10 εκατοστά από τα άκρα της κάθε σανίδας υπήρχε εγκοπή σε κάθε πλευρά για να μπαίνει η τριχιά και να μην γλιστράει.

Άλογα Πίνδου έτοιμα να μεταφέρουν μικρά δένδρα για αναδάσωση

Το ζώο που θα έκανε την μεταφορά όπως και στα υπόλοιπα υλικά ή κατασκευές που συμπλήρωναν το σαμάρι έπρεπε να εκπαιδευτεί πολύ καλά, αρχικά να μην φοβάται το φορτίο που μπορούσε να δει , τους θορύβους από τους τριγμούς του σαμαριού ή του μεταφερόμενου υλικού. Έπρεπε επίσης να μπορεί να εκτιμήσει το χώρο που καταλάμβανε και να περνάει από τα δένδρα ή τα σπίτια , σε ασφαλή απόσταση.

Κατηγορίες: Παράδοση